ὀρθοψάλακτος
ὀρθοψάλακτος, loud
ὀρθο-ψάλακτος [ψᾰ], ον,
- loud, ὀμφά cj. in S. Ichn. 321 (lyr.); [ἔριν] ὀρθοψάλακτον ἐν λόγοισιν ἱστάναι ib. 249.