ὀρρόμελι Save ὀρρόμελι, whey and honey LSJ Bailly 2024 ὀρρό-μελι, ιτος, τό, whey and honey, Gp. 12.22.1 (v.l. οἰνό-). ὀρρό·μελι (τὸ) var. p. οἰνόμελι, Geop. 12, 22, 1.