ὀροφοιτάω
ὀρο-φοιτάω,
- = ὀρειφοιτέω, LXX 4 Ma. 14.15 (v.l. -οῦντα, but perh. ὀροφοφοιτ- shd. be read), Hsch.
ὀροφοιτάω, = ὀρειφοιτάω, Phot.