About Report a problem

Menu

ὀρσιτρίαινα

ὀρσῐτρῐαινα = ὀρσοτρίαινα. καὶ γὰρ ὁ πόντιος Ὀρσ[ιτ]ρίαινά νιν (= Τήνερον) περίαλλα βροτῶν τίεν (supp. Lobel: [οτʼ] supp. G-H.) Pae. 9.47

Saved

Recent