ὀρταλιχεύς Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρτᾰλ-ῐχεύς, έως, ὁ, = sq., Nic. Al. 228. ὀρταλιχεύς, έως (ὁ) [ᾰῐ] c. le suiv. Nic. Al. 228. ὀρταλιχεύς, ὁ, = ὀρταλίς, Nic. Al. 228.