ὀρσός
ὀρσός,
- Lacon. for ὀρθός, Ar. Lys. 995.
- II ὀρσοί· τῶν ἀρνῶν οἱ ἔσχατοι γενόμενοι, Hsch. (Cf. ἕρση II.)
ὀρσός, v. ὀρθός.
ὀρσός, = ὀρθός, lakonisch, Ar. Lys. 995.