Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀσμός
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁσία
ὁσιεύω
ὁσίη
ὅσιος
ὁσιότης
ὁσιουργέω
ὁσιουργῆσαι
ὁσιουργός
ὁσιόω
Ὀσιριάζω
Ὀσιριακός
Ὄσιρις
ὄσιρις
ὀσιρίτης
ὁσίως
ὁσίωσις
ὁσιωτήρ
Ὄσκα
ὄσκαλσις
ὀσκάπτω
Ὄσκιος
ὀσμάομαι
ὀσμάς
ὀσμάω
ὀσμή
ὀσμήρης
ὀσμηρός
ὄσμησις
ὀσμητός
ὀσμῖτις
ὀσμός
ὀσμύλη
ὀσμυλίδιον
ὀσμύλιον
ὀσμύλος
ὀσμώδης
Ὀσογῶα
ὅσον
ὁσονού
ὁσονοῦν
ὁσονῶν
ὅσος
ὅσος οὖν
ὁσοσδή
ὁσοσδήποτε
ὅσοσπερ
ὁσοῦν
ὅσπερ
ὄσπρα
ὄσπρεον
ὀσπρεύω
ὀσπρηγοί
ὀσπριοδόχος
ὀσπριοθήκη
ὄσπριον
ὀσπριοπώλης
ὀσπριόπωλις
ὀσπριοφαγέω
ὀσπριώδης
ὀσπρολέων
ὄσπρον
…
ὀσμός
Save
Bailly 2024
Pape
ὀσμός,
οῦ
(
ὁ
)
c.
ὀσμή,
Diosc.
4, 18
.
ὀσμός
, ὁ, = ὀσμή, Diosc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}