ὀϊστοδόκη
ὀϊστοδόκη, holding arrows
ὀϊστο-δόκη, ἡ,
- holding arrows, φαρέτρη A.R. 1.1194, cf. Poll. 10.142.
ὀϊστο·δόκη, ης (ἡ) carquois, A. Rh. 1, 1194.
Étym. ὀϊστός, δέχομαι.
ὀϊστοδόκη, ἡ, = ὀϊστοθήκη ; adj. bei Ap.Rh. 1.1194, ὀϊστοδόκην μὲν ἐπὶ χθονὶ θῆκε φαρέτρην.