ὀϊστοβρόχιον
ὀϊστοβρόχιον, shower of arrows
ὀϊστο-βρόχιον, τό, (βρέχω)
- shower of arrows, Eust. 770.48.
ὀϊστοβρόχιον, τό, Pfeilschlinge, Eust. 678.18.
ὀϊστοβρόχιον, shower of arrows