ὁλμειός
ὁλμειός, mortar
ὁλμ-ειός, ὁ,
- mortar, Sch. Ar. V. 238.
ὁλμειός, ὁ, = ὅλμος, nach Schol. Ar. Vesp. 238 στρογγύλος λίθος, εἰς ὃν κόπτουσιν ὄσπρια, u. so Suid.
ὁλμειός, mortar