ὁλοδάκτυλος
ὁλοδάκτυλος, wholly dactylic
ὁλο-δάκτῠλος, ον, (δάκτυλος III)
- wholly dactylic, Eust. 836.17.
ὁλο·δάκτυλος, ος, ον [ῠ] tout en dactyles, Eust. Il. p. 1086, 18, etc.
Étym. ὅλ. δάκτυλος.
ὁλοδάκτυλος, ganz daktylisch, Gramm.