ὀλόεις Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὀλό-εις, εσσα, εν, = ὀλοός, only in S. Tr. 521 (lyr.). ὀλόεις, όεσσα, όεν, c. ὀλοός, Soph. Tr. 521. ὀλόεις -εσσα -εν [ὄλλυμι] verderfelijk. ὀλόεις, εσσα, εν, = ὀλοός, μετώπων ὀλόεντα πλήγματα, Soph. Trach. 518.