ὁλοκάρπωμα
ὁλοκάρπωμα, whole burnt-offering
ὁλοκάρπ-ωμα, ατος, τό,
- whole burnt-offering, LXX Le. 5.10, al.
ὁλοκάρπωμα, ατος (τὸ) offrande en holocauste, Spt. Ex. 30, 20 ; Lev. 16, 24 ; Sap. 3, 6.
Étym. ὁλοκαρπόω.
ὁλοκάρπωμα, τό, das Opfer, welches ganz aus Früchten besteht, LXX.