ὁπλίζω
ὁπλίζω, to equip, make ready; to arm
- make or get ready, in Hom. of meats and drink, ἐπεί ῥʼ ὥπλισσε κυκειῶ Il. 11.641; ὅπλισσόν τʼ ἤϊα Od. 2.289; δαῖθʼ ὁ. E. Ion 852:—Med, δόρπον or δεῖπνον ὁπλίζεσθαι make oneself a meal ready, Od. 2.20, 16.453, Il. 11.86; ὡπλίσσατο λύχνον Emp. 84.1; ὁ. θυσίαν θεοῖς cause it to be prepared, E. Ion 1124.
- 2 of chariothorses, get ready, harness, equip, αὐτὰρ ὅ γʼ υἷας ἄμαξαν . . ὁπλίσαι ἠνώγει Il. 24.190 (so in Med., prepare or get ready for oneself, ἐΰτριχας ὡπλίσαθʼ ἵππους 23.301); ὥπλιζον ἵππους προμετωτιδίοις X. Cyr. 6.4.1:— Pass., of ships, νῆες . . ὁπλίζονται Od. 17.288; of any implements, λαμπὰς διὰ χερῶν ὡπλισμένη ready for use, A. Th. 433; θώρακα . . περιβόλοις ὡπλισμένον furnished with, E. Ion 993.
- 3 of persons, esp. of soldiers, equip, arm, Hdt. 1.127, E. Ion 980, etc.; also, train, exercise soldiers, Hdt. 6.12: in Att. Prose, arm or equip as ὁπλῖται, ὁπλίζειν τὸν δῆμον πρότερον ψιλὸν ὄντα Th. 3.27, cf. 6.100 (Pass.), Lys. 31.15, etc.:—Med. and Pass., make oneself ready, prepare or equip oneself, get ready, ἀλλʼ ὅ γʼ ἄρʼ ἔξω ἰὼν ὡπλίζετο Od. 14.526; ὅπλισθεν (for ὡπλίσθησαν) δὲ γυναῖκες the women got ready [for dancing], 23.143; Τρῶες . . ἀνὰ πτόλιν ὡπλίζοντο were arming, Il. 8.55; ἀλλʼ ὁπλιζώμεθα θᾶσσον Od. 24.495; χαλκῷ ὁπλισθέντας Hdt. 2.152; κατάπερ Κόλχοι ὡπλισμένοι Id. 7.79; χρωμένους τῷ πλήθει ὡπλισμένῳ Pl. R. 551e; ὁπλίζου, καρδία E. Med. 1242: c. inf., τοὶ δʼ ὡπλίζοντο . . νέκυάς τʼ ἀγέμεν, ἕτεροι δὲ μεθʼ ὕλην Il. 7.417; βουσφαγεῖν ὡπλίζετο E. El. 627:—in Med., also c. acc., ὁπλίζεσθαι χέρα arm oneʼs hand, Id. Or. 926 (in Act., Id. Alc. 35 (anap.)); ὁπλίζεσθαι θράσος arm oneself with boldness, S. El. 996, cf. AP 5.92, 1 Ep.Pet. 4.1: freq. c. dat. instrum., ὁπλιζώμεσθα φασγάνῳ χέρας E. Or. 1223, cf. Ph. 267; θύρσοις διὰ χερῶν ὡπλισμέναι Id. Ba. 733.
1. bereiden, klaarmaken:
2. gereedmaken, optuigen:
3. milit. uitrusten, bewapenen:
[ὅπλον.]
3 sing. aor. ὥλισσε Il. 11.641.
Imp. ὅπλισσον Od. 2.289.
Infin. ὁπλίσαι Il. 24.190.
3 sing. aor. mid. ὡπλίσατο (ὁ-) Il. 23.301, 351. ὡπλίσσατο Il. 11.86. ὁπλίσσατο Od. 2.20, Od. 9.291, 311, 344, Od. 10.116.
1 pl. ὁπλισάμεσθα Od. 4.429, 574.
1 pl. subj. ὁπλισόμεσθα Od. 12.292.
3 pl. aor. pass. ὅπλισθεν Od. 23.143.
(ἀφοπλίζομαι, ἐφ-)
- 1
To deck, array : ὅπλισθεν γυναῖκες (came in their finery) Od. 23.143.
- 2
To get ready, make ready, prepare : κυκειῶ Il. 11.641 : νῆες ὁπλίζονται πόντον ἔπι (are set their courses over . . .) Od. 17.288. Cf. Il. 24.190 : Od. 2.289.
- 3
In mid.
- a
To get or make oneself ready, make one’s preparation : ἔξω ἰὼν ὁπλίζετο Od. 14.526.
With infin. : ὁπλίζοντο νέκυας ἀγέμεν Il. 7.417.
- b
To get ready, harness (one’s horses) Il. 23.301, 351.
- c
To make ready (a meal) for oneself, prepare oneself (a meal) : δεῖπνον Il. 11.86 : Od. 9.311, Od. 10.116, δόρπον Od. 2.20, Od. 4.429 = 574, Od. 9.291, 344, Od. 12.292, Od. 16.453.
- d
To don one’s harness, make ready or prepare for the fray : Τρῶες ἀνὰ πτόλιν ὁπλίζοντο Il. 8.55. Cf. Od. 24.495.
- a
- 1
polimorfa, que armas tus manos con oscuras y terribles antorchas
- 1to make or get ready, of meats and drink, Hom., Eur.:—Mid., δόρπον or δεῖπνον ὁπλίζεσθαι to prepare oneself a meal, Hom.; ὁπ. θυσίαν to cause a sacrifice to be prepared, Eur.
- 2of chariot-horses, to get ready, harness, Il.; Mid. to get them ready for oneself, Il.:—Pass., of ships, Od.; of any implements, λαμπὰς ὡπλισμένη ready for use, Aesch.; ὡπλισμένος τινί furnished with a thing, Eur.
- 3of soldiers, to equip, arm, Hdt., etc.:— also, to train, exercise, Hdt.:—in Attic Prose, to arm or equip as ὁπλῖται, Thuc.:—Mid. and Pass. to prepare or equip oneself, accoutre or arm oneself, get ready, Od.; ὅπλισθεν (for ὡπλίσθησαν) δὲ γυναῖκες the women got ready [for dancing], Od., etc.;—c. inf. to prepare oneself to do a thing, Il., Eur.:—in Mid., also, c. acc., ὁπλίζεσθαι χέρα to arm oneʼs hand, Eur.; ὁπλίζεσθαι θράσος to arm oneself with boldness, Soph.
-
…ζῶντας. Ἀμαζόνες γὰρ Ἄρεως μὲν τὸ παλαιὸν ἦσαν θυγατέρες, οἰκοῦσαι δὲ παρὰ τὸν Θερμώδοντα ποταμόν, μόναι μὲν ὡπλισμέναι σιδήρῳ τῶν περὶ αὐτάς, πρῶται δὲ τῶν πάντων ἐφʼ ἵππους ἀναβᾶσαι, οἷς ἀνελπίστως διʼ ἀπειρίαν τῶν ἐναντίων ᾕρουν…
Lysias, Speeches
-
…πείσας νέμει. νέμων δὲ τοῖς μὲν ἰσχὺν ἄνευ τάχους προσῆπτεν, τοὺς δʼ ἀσθενεστέρους τάχει ἐκόσμει · τοὺς δὲ ὥπλιζε, τοῖς δʼ ἄοπλον διδοὺς φύσιν ἄλλην τινʼ αὐτοῖς ἐμηχανᾶτο δύναμιν εἰς σωτηρίαν. ἃ μὲν γὰρ αὐτῶν σμικρότητι ἤμπισχεν…
Plato, Protagoras
-
…ὅ γʼ ἐν εὐρυχόρῳ Σικυῶνι · τὴν ὅ γʼ ὑπὸ ζυγὸν ἦγε μέγα δρόμου ἰσχανόωσαν. Ἀντίλοχος δὲ τέταρτος ἐΰτριχας ὁπλίσαθʼ ἵππους, Νέστορος ἀγλαὸς υἱὸς ὑπερθύμοιο ἄνακτος τοῦ Νηληϊάδαο · Πυλοιγενέες δέ οἱ ἵπποι ὠκύποδες φέρον ἅρμα · πατὴρ δέ…
Homer, Iliad
-
…δεῖπνον ἕλοντο κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ ῥίμφα κατὰ κλισίας, ἀπὸ δʼ αὐτοῦ θωρήσσοντο. Τρῶες δʼ αὖθʼ ἑτέρωθεν ἀνὰ πτόλιν ὁπλίζοντο παυρότεροι · μέμασαν δὲ καὶ ὧς ὑσμῖνι μάχεσθαι χρειοῖ ἀναγκαίῃ, πρό τε παίδων καὶ πρὸ γυναικῶν. πᾶσαι δʼ…
Homer, Iliad
-
…· ὅτε γὰρ ταῦτα ἦν, οὐ παρὼν ἐτύγχανεν, ἀλλʼ ἐν Θετταλίᾳ μετὰ Προμηθέως δημοκρατίαν κατεσκεύαζε καὶ τοὺς πενέστας ὥπλιζεν ἐπὶ τοὺς δεσπότας. ὧν μὲν οὖν οὗτος ἐκεῖ ἔπραττε μηδὲν ἐνθάδε γένοιτο · τάδε γε μέντοι ὁμολογῶ ἐγὼ τούτῳ…
Xenophon, Hellenica
-
…ἧκεν ἑκάστῃ. αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ σπεῦσε πονησάμενος τὰ ἃ ἔργα, σὺν δʼ ὅ γε δὴ αὖτε δύω μάρψας ὡπλίσσατο δεῖπνον. δειπνήσας δʼ ἄντρου ἐξήλασε πίονα μῆλα, ῥηιδίως ἀφελὼν θυρεὸν μέγαν · αὐτὰρ ἔπειτα ἂψ ἐπέθηχʼ, ὡς…
Homer, Odyssey
-
…ἐπὶ βλεφάροισι βάλε γλαυκῶπις Ἀθήνη. ἑσπέριος δʼ Ὀδυσῆϊ καὶ υἱέϊ δῖος ὑφορβὸς ἤλυθεν · οἱ δʼ ἄρα δόρπον ἐπισταδὸν ὡπλίζοντο, σῦν ἱερεύσαντες ἐνιαύσιον. αὐτὰρ Ἀθήνη, ἄγχι παρισταμένη, Λαερτιάδην Ὀδυσῆα ῥάβδῳ πεπληγυῖα πάλιν ποίησε γέροντα, λυγρὰ…
Homer, Odyssey
-
…, οἵ τε μάλιστα νῆα διαρραίουσι θεῶν ἀέκητι ἀνάκτων. ἀλλʼ ἦ τοι νῦν μὲν πειθώμεθα νυκτὶ μελαίνῃ δόρπον θʼ ὁπλισόμεσθα θοῇ παρὰ νηὶ μένοντες, ἠῶθεν δʼ ἀναβάντες ἐνήσομεν εὐρέι πόντῳ. ὣς ἔφατʼ Εὐρύλοχος, ἐπὶ δʼ ᾔνεον ἄλλοι…
Homer, Odyssey
-
…, τοὺς δὲ σχεδὸν ἔσιδε πάντας · αἶψα δʼ Ὀδυσσῆα ἔπεα πτερόεντα προσηύδα · οἵδε δὴ ἐγγὺς ἔασʼ · ἀλλʼ ὁπλιζώμεθα θᾶσσον. ὣς ἔφαθʼ, οἱ δʼ ὤρνυντο καὶ ἐν τεύχεσσι δύοντο, τέσσαρες ἀμφʼ Ὀδυσῆʼ, ἓξ δʼ υἱεῖς…
Homer, Odyssey
-
…ἐύπωλον ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσίν, Ἄντιφος αἰχμητής · τὸν δʼ ἄγριος ἔκτανε Κύκλωψ ἐν σπῆι γλαφυρῷ, πύματον δʼ ὡπλίσσατο δόρπον. τρεῖς δέ οἱ ἄλλοι ἔσαν, καὶ ὁ μὲν μνηστῆρσιν ὁμίλει, Εὐρύνομος, δύο δʼ αἰὲν ἔχον…
Homer, Odyssey