ὁππῆμος Save ὁππῆμος, when LSJ Bailly 2024 Pape ὁππῆμος, Adv., Ep. for ὁπῆμος (= ὁπότε), when, Arat. 568. ὁππῆμος, v. ὁπῆμος. ὁππῆμος, ep. für ὁπῆμος, korrel. zu ἦμος, = ὁπότε, Arat. 568.