Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀππικίζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁπόσσος
ὁποσταῖος
ὁποστημόριος
ὁπόστος
ὁποστοσοῦν
ὁπόταν
ὁπότε
ὁπότερος
ὁποτεροσοῦν
ὁποτέρωθε
ὁποτέρωθεν
ὁποτερωθενοῦν
ὁποτέρωθι
ὁποτέρως
ὁποτέρωσε
ὁποτερωσοῦν
ὅπου
Ὀπούντιος
ὁπουοῦν
ὅπουπερ
Ὀποῦς
ὀπόφυλλον
ὀπόφωκτα
ὁππ
ὄππα
ὀππάτεσσι
ὅππη
ὅππῃ
ὁππῆμος
Ὀππιανός
ὀππικίζω
Ὄππιος
ὁππόθεν
ὁππόθι
ὅπποθι
ὁπποῖος
ὁππόκα
ὀπποποῖ
ὁππόσε
ὁππόσος
ὁππόσσος
ὁππόταν
ὁππότε
ὁππότερος
ὁπποτέρωθεν
ὅππως
ὀπτάζομαι
ὀπτάζω
ὀπταίνω
ὀπταλέος
ὀπτανάριος
ὀπτανεῖον
ὀπτανεύς
ὀπτανία
ὀπτανικός
ὀπτάνιον
ὀπτάνομαι
ὀπτανός
ὀπτάνω
ὀπτασία
Ὀπτᾶτος
…
ὀππικίζω
Save
LSJ
ὀππικίζω,
ὀππικιστής
, v. ὀπικίζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}