ὁππόθι
ὁππόθι, ep. = ὁπόθι.
ὁππόθι
- 1
As relative, where : ὁππόθι πιότατον πεδίον Καλυδῶνος Il. 9.577.
- 2
In an object clause : σάφα εἰπέμεν ὁππόθʼ ὄλωλεν Od. 3.89.
- 1