ὀπτανία
ὀπτᾰν-ία, ἡ,
- = ἀπόβλεψις, Suid.
ὀπτανία, ας (ἡ) [ᾰν] c. le préc. Matr. (Ath. 134f).
ὀπτανία, ἡ, = ὀπτάνιον, Matro bei Ath. IV.134f.
Nach Suid. auch = ἀπόβλεψις.
Nach Suid. auch = ἀπόβλεψις.