ὑγροκολλούρια
ὑγρο-κολλούρια, τά,
- = κολλούρια (or κολλύρια) ὑγρά, Alex.Trall. 2, Paul.Aeg. 7.16.
ὑγρο·κολλούρια, ων (τὰ) collyres mous ou liquides, A. Tr. 2, p. 145, 147, 151.
Étym. ὑ. κολλούριον.
ὑγροκολλούρια, τά, = κολλούρια od. κολλύρια ὑγρά, Sp.