Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑγρασμός
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑγιαστήριον
ὑγιαστικός
ὑγιαστός
ὑγιάτης
Ὑγιάτης
ὑγίεια
Ὑγίεια
ὑγιεινός
ὑγιεινῶς
ὑγίεις
ὑγιηρής
ὑγιηρός
ὑγιηρῶς
ὑγιής
ὑγιοζυγία
ὑγιοποιέω
ὑγιόπους
ὑγιότης
ὑγιόω
ὑγιῶς
ὑγιώτερος
ὑγλιῆναι
ὑγρά
ὑγράζω
ὑγραίνω
ὕγρανσις
ὑγραντέον
ὑγραντικός
ὑγρασία
ὕγρασμα
ὑγρασμός
ὑγρέμπλαστρον
ὑγρή
ὑγρηδών
ὑγρίην
ὑγροβατέω
ὑγροβάτης
ὑγροβατικός
ὑγροβαφής
ὑγρόβηξ
ὑγρόβιος
ὑγροβόλος
ὑγρογέλως
ὑγρόγονος
ὑγρόδρυα
ὑγροθηρική
ὑγροκέλευθος
ὑγροκέφαλος
ὑγροκήλη
ὑγροκοίλιος
ὑγροκολλούρια
ὑγροκόμος
ὑγρολάξευτος
ὑγρολειχήν
ὑγρόλιθος
ὑγρομανής
ὑγρομέδων
ὑγρομέλεια
ὑγρομελής
ὑγρομέτωπος
ὑγρόμοθος
…
ὑγρασμός
Save
Grieks Nederlands
ὑγρασμός -οῦ, ὁ
[ὑγράζω]
vochtigheid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}