Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑγρόλιθος
ὑγρόλιθος, liquefied ore
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑγραίνω
ὕγρανσις
ὑγραντέον
ὑγραντικός
ὑγρασία
ὕγρασμα
ὑγρασμός
ὑγρέμπλαστρον
ὑγρή
ὑγρηδών
ὑγρίην
ὑγροβατέω
ὑγροβάτης
ὑγροβατικός
ὑγροβαφής
ὑγρόβηξ
ὑγρόβιος
ὑγροβόλος
ὑγρογέλως
ὑγρόγονος
ὑγρόδρυα
ὑγροθηρική
ὑγροκέλευθος
ὑγροκέφαλος
ὑγροκήλη
ὑγροκοίλιος
ὑγροκολλούρια
ὑγροκόμος
ὑγρολάξευτος
ὑγρολειχήν
ὑγρόλιθος
ὑγρομανής
ὑγρομέδων
ὑγρομέλεια
ὑγρομελής
ὑγρομέτωπος
ὑγρόμοθος
ὑγρόμορφος
ὑγρόμυρον
ὑγρόνομος
ὑγρονόμος
ὑγρόνοος
ὑγρόνους
ὑγροπαγής
ὑγροπερίβολος
ὑγρόπισσα
ὑγρόπισσον
ὑγροποιέω
ὑγροποιός
ὑγροπόρευτος
ὑγροπορέω
ὑγρόπορος
ὑγροπόρος
ὑγροπυρινόψυχρος
ὑγρορροέω
ὑγρός
ὑγρόσαρκος
ὑγροσκελής
ὑγρόσπερμος
ὑγρότης
ὑγροτόκος
…
ὑγρόλιθος
Save
ὑγρόλιθος, liquefied ore
LSJ
ὑγρό-λῐθος, ὁ,
liquefied ore,
Zos.
Alch. p.110 B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}