Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑγρογέλως
ὑγρογέλως, softly laughing
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑγιηρῶς
ὑγιής
ὑγιοζυγία
ὑγιοποιέω
ὑγιόπους
ὑγιότης
ὑγιόω
ὑγιῶς
ὑγιώτερος
ὑγλιῆναι
ὑγρά
ὑγράζω
ὑγραίνω
ὕγρανσις
ὑγραντέον
ὑγραντικός
ὑγρασία
ὕγρασμα
ὑγρασμός
ὑγρέμπλαστρον
ὑγρή
ὑγρηδών
ὑγρίην
ὑγροβατέω
ὑγροβάτης
ὑγροβατικός
ὑγροβαφής
ὑγρόβηξ
ὑγρόβιος
ὑγροβόλος
ὑγρογέλως
ὑγρόγονος
ὑγρόδρυα
ὑγροθηρική
ὑγροκέλευθος
ὑγροκέφαλος
ὑγροκήλη
ὑγροκοίλιος
ὑγροκολλούρια
ὑγροκόμος
ὑγρολάξευτος
ὑγρολειχήν
ὑγρόλιθος
ὑγρομανής
ὑγρομέδων
ὑγρομέλεια
ὑγρομελής
ὑγρομέτωπος
ὑγρόμοθος
ὑγρόμορφος
ὑγρόμυρον
ὑγρόνομος
ὑγρονόμος
ὑγρόνοος
ὑγρόνους
ὑγροπαγής
ὑγροπερίβολος
ὑγρόπισσα
ὑγρόπισσον
ὑγροποιέω
ὑγροποιός
…
ὑγρογέλως
Save
ὑγρογέλως, softly laughing
LSJ
ὑγρο-γέλως, ων,
softly laughing,
Phryn.
PS
p.117 B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}