ὑγρηδών Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὑγρ-ηδών, όνος, ἡ, = ὑγρότης I, Hp. Mul. 1.17. ὑγρηδών, όνος (ἡ) c. ὑγρασία, Hpc. 598, 22. ὑγρηδών -όνος, ἡ [ὑγρός] vochtigheid. ὑγρηδών, όνος, ἡ, ion. statt ὑγρασία, Hippocr.