ὑγρόφοιτος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑγρό-φοιτος, ον, = ὑγροκέλευθος, Lyc. 88. ὑγρό·φοιτος, ος, ον, qui va sur les eaux ou à travers les eaux, Lyc. 88. Étym. ὑ. φοιτάω. ὑγρόφοιτος, = ὑγροπόρος, Lycophr. 88.