ὑδατεινός
ὑδατεινός, watery, moist
ὑδᾰτ-εινός, ή, όν,
- watery, moist, πνεύματα ὑδατεινότατα Hp. Aër. 6; χώρη ὑδατεινή ib. 15: perh. to be read for ὑδατῑνός (fem.) in Matro Conv. 79, and for ὑδάτινος in Thphr. Vent. 7, 57.
ὑδατεινός, ή, όν [ῠᾰ] c. ὑδάτινος, Hpc. Aër. 283, 289 ; Matr. (Ath. 136c, correct. p. ὑδάτινος).
ὑδατεινός, = ὑδάτινος, Hippocr. zw.