ὑγροφόρος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑγρο-φόρος, ον, = ὑδροφόρος, Max. 283; ὑμήν Theol.Ar. 48. ὑγρο·φόρος, ος, ον, c. ὑδροφόρος, Max. π. κατ. 283 ; Theol. p. 48, 13. ὑγροφόρος, = ὑδροφόρος, Maxim.