ὑδραντικός
ὑδραντικός, for irrigation
ὑδραντικός, ή, όν,
- for irrigation, ὄργανον dub. in PFlor. 58.10 (iii A. D.).
ὑδραντικός, = ὑγραντικός, Sp.
ὑδραντικός, for irrigation