ὕδης
ὕδης, ου, ὁ,
- = ποιητής, συνετός, Hsch., Theognost. Can. 19: cf. ὕδνης 1. (ὑδέω, ὕδης, ὕδη may be cogn. with αὐδή, Skt. vádati ‘speak’.)
ὕδης, ὁ, = ποιητής, Hesych.