About Report a problem

Menu

ὕδνης

ὕδνης,
  • = εἰδώς, ἔμπειρος (cf. ὕδης), Hsch.
    • II ὕδναι, = ἔγγονοι, σύντροφοι, Id. (perh. as root of Ἁλοσ-ύδνη, Ὑδατοσ-ύδνη).

Saved

Recent