Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑελίζω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑδροχόη
ὑδροχόος
ὑδρόχυτος
ὑδροψυγεῖον
ὑδροψύκτιον
ὕδρω
ὑδρώδης
ὕδρωμα
ὑδρών
Ὑδρών
ὑδρωπία
ὑδρωπίασις
ὑδρωπιάω
ὑδρωπικός
ὑδρωπισμός
ὑδρωπιώδης
ὑδρωποειδής
ὕδρωψ
ὕδω
ὕδωρ
ὑεικός
ὕεινα
ὕειος
υεἱός
ὑεῖς
ὑελακυκάδες
ὑέλεος
ὑελέψης
Ὑέλη
ὑελιάριος
ὑελίζω
ὑέλινος
ὑέλιον
ὑελίτης
ὑελῖτις
ὑελο
ὕελος
ὑελουργεῖον
ὑελουργική
ὑελουργός
ὑελοῦς
ὑελοψικός
ὑελοψός
ὑελώδης
ὕεν
ὑέργον
ὕεσι
ὑετηρία
ὐετής
ὑετία
ὑετίζω
ὑέτιος
ὑετίς
Ὑετίς
ὑετόεις
ὑετόμαντις
ὑετοποιός
ὑετός
ὑετώδης
ὑετώτερος
Ὑεύς
…
ὑελίζω
Save
LSJ
Pape
ὑελίζω,
ὑέλινος
, v. ὑαλίζω, ὑάλινος.
ὑελίζω
, spätere Form statt ὑαλίζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}