ὑελώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑελώδης, v. ὑαλώδης. ὑελώδης, ης, ες, c. ὑαλώδης, Diosc. 3, 86. ὑελώδης, ες, spätere Form statt ὑαλώδης.