ὑελῖτις
ὑελῖτις, vitreous (sand)
ὑελῖτις, ὕελος, ὑελουργεῖον, ὑελουργός, ὑελοῦς, v. ὑαλῖτις, ὕαλος, etc.
ὑελῖτις, ίτιδος, adj. f. c. ὑαλῖτις, Th. Lap. 49.
ὑελῖτις, spätere Form statt ὑαλῖτις.
ὑελῖτις, vitreous (sand)