ὑετόεις
ὑετόεις, rainy
ὑετόεις [ῡ], εσσα, εν,
- = ὑέτιος I.1, dub. l. in AP 9.525.21.
ὑετόεις, όεσσα, όεν [ῡ] de pluie, pluvieux, Anth. 9, 525, 21.
Étym. ὑετός.
ὑετόεις, εσσα, εν, zum Regen gehörig, regnig, Apollo heißt so Hymn. (IX.525.21).
ὑετόεις
ὑ_ετόεις, εσσα, εν
- rainy, Anth. from ὑ_ετός