ὑληφόρος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell ὑλη·φόρος, ος, ον [ῡ] c. ὑλοφόρος, Ar. Ach. 272. ὑληφόρος -ον zie ὑλοφόρος. ὑληφόρος, = ὑλοφόρος, Ar. Ach. 260. ὑληφόρος ὑλη-φόρος, ον, = ὑλοφόρος, Ar.