ὑληφορέω Save LSJ Pape ὑληφορέω, ὑλη-φόρος, = ὑλοφορέω, ὑληφόρος (qq. v.). ὑληφορέω, = ὑλοφορέω, Phryn. in B.A. 67 erkl. auch φορτία φέρειν.