ὑληώρης Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑληώρης [ῡ], ου, ὁ, = ὑλώδης, εὐναί Nic. Th. 55. ὑληώρης, ου [ῡ] adj. m. c. ὑλώδης, Nic. Th. 55. ὑληώρης, ὁ, = ὑληωρός ; bei Nic. Th. 85 εὐναί, = ὑλώδης.