ὑπέδεκτο
ὑπέδεκτο, Ep. 3 sg. aor. 2 of ὑποδέχομαι (q. v.).
ὑπέδεκτο, v. ὑποδέχομαι.
ὑπέδεκτο
3 sing. aor. ὑποδέχομαι.
ὑπέδεκτο : see ὑποδέχομαι.
3 sing. aor. ὑποδέχομαι.