ὑπερανίσχω
ὑπερανίσχω, rise up above
ὑπεραν-ίσχω,
- = ὑπερανέχω I, κορυφὴ ὑπερανίσχουσα J. BJ 7.6.1, cf. Eust. 1020.27.
ὑπερ·ανίσχω [ᾰ] c. ὑπερανέχω, Jos. B.J. 7, 6, 1.
ὑπερανίσχω, (ἴσχω), = ὑπερανέχω, Jos.