ὑπεράνθρωπος
ὑπεράνθρωπος, superhuman
ὑπεράνθρωπος, ον,
- superhuman, D.H. 11.35, Luc. Cat. 16.
ὑπερ·άνθρωπος, ος, ον, supérieur à l’humanité, DH. 11, 35 ; Luc. Cat. 16.
ὑπεράνθρωπος, übermenschlich ; Dion.Hal. 11.35 ; ἀνήρ, Luc. Cat. 16.
ὑπεράνθρωπος
ὑπερ-άνθρωπος, ον,
- superhuman, Luc.