About Report a problem

Menu

ὑπεραποφατικός

ὑπεραποφατικός, denying doubly

ὑπεραπο-φᾰτικός, ή, όν,
  • denying doubly, ὑπεραποφατικόν ἐστιν ἀποφατικὸν ἀποφατικοῦ Stoic. 2.66.

Saved

Recent