Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπερβιβαστήρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπερβᾶν
ὑπερβαρέω
ὑπερβαρής
ὑπερβαρύς
ὑπέρβαρυς
ὑπέρβασαν
ὑπερβασία
ὑπερβασίη
ὑπερβάσιος
ὑπέρβασις
Ὑπερβατᾶς
ὑπερβατέον
ὑπερβατέος
ὑπερβατήριος
ὑπερβάτης
ὑπερβατικός
ὑπερβατόν
ὑπέρβατον
ὑπερβατός
ὑπερβατῶς
ὑπερβεβλημένως
Ὑπερβερεταῖος
ὑπέρβη
ὑπερβήῃ
ὑπερβιάζομαι
ὑπερβίαιος
ὑπερβιβάζω
ὑπερβίβασις
ὑπερβιβασμός
ὑπερβιβαστέον
ὑπερβιβαστήρ
ὑπερβίη
ὑπέρβιος
Ὑπέρβιος
ὑπερβιόω
ὑπερβλαστάνω
ὑπερβλαστής
ὑπερβλέπω
ὑπερβλήδην
ὑπέρβλημα
ὑπερβλύζω
ὑπέρβλυσις
ὑπερβοάω
ὑπερβολάδην
ὑπερβολαῖοι
ὑπερβολαῖος
ὑπερβολή
ὑπερβολία
ὑπερβολικός
ὑπερβολικῶς
ὑπερβόλιμος
ὑπερβόλιον
Ὑπέρβολος
ὑπερβόρειος
Ὑπερβόρεοι
ὑπερβόρεος
Ὑπερβόρεος
Ὑπερβορίς
ὑπερβορίς
ὑπερβράζω
ὑπερβριθής
…
ὑπερβιβαστήρ
Save
LSJ
ὑπερβῐβ-αστήρ, ῆρος, ὁ, a surgical instrument,
Hermes
38.283.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}