ὑπογεωργέω
ὑπογεωργέω, farm as ὑπογεωργός
ὑπογεωργ-έω,
- farm as ὑπογεωργός, in Pass., τῶν ὑπογεωργουμένων κωμῶν prob. in Sammelb. 7193viii 12 (ii A. D.).