Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπογλύφω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπογαστρίδιος
ὑπογαστρίζομαι
ὑπογάστριον
ὑπογάστριος
ὑπογαστρίς
ὑπογείνομαι
ὑπόγειος
ὑπόγεισον
ὑπόγεισος
ὑπογελάω
ὑπογέμω
ὑπογενειάζω
ὑπογενειάσκω
ὑπογένειον
ὑπογεωργέω
ὑπογεωργός
ὑπόγεως
ὑπογηράσκω
ὑπογηράω
ὑπογίγνομαι
ὑπογκόομαι
ὑπογκόω
ὑπογλαύκεσκε
ὑπόγλαυκος
ὑπογλαύκωσις
ὑπογλαύσσω
ὑπόγλισχρος
ὑπογλουτίς
ὑπογλυκαίνω
ὑπόγλυκυς
ὑπογλύφω
ὑπογλώσσιος
ὑπογλωσσίς
ὑπόγλωσσον
ὑπόγλωσσος
ὑπογλώττιος
ὑπογλωττίς
ὑπογνάμπτω
ὑπόγνυθα
ὑπογογγύζω
ὑπογογγυστής
ὑπογοητεύω
ὑπογονάτιος
ὑπογόνιον
ὑπογουνίς
ὑπόγραμμα
ὑπογραμματεία
ὑπογραμματεύς
ὑπογραμματεύω
ὑπογραμμός
ὑπογραπτέον
ὑπογραφεύς
ὑπογραφή
ὑπογράφια
ὑπογραφικός
ὑπογραφίον
ὑπογραφίς
ὑπογράφω
ὑπογρύζω
ὑπόγρυπος
ὑπόγυιος
…
ὑπογλύφω
Save
Bailly 2024
ὑπο·γλύφω
[
ῠφ
] (
seul.
moy.
) creuser en dessous,
Rhét.
1, 435 W.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}