ὑπογραμματεία
ὑπογραμματεία, the office of ὑπογραμματεύς
ὑπογραμμᾰτ-εία, ἡ,
- the office of ὑπογραμματεύς, Plu. VOrat. 2.840f.
ὑπογραμματεία, ας (ἡ) [μᾰ] fonction de sous-greffier, de greffier adjoint, Plut. M. 840e.
Étym. ὑπογραμματεύς.
ὑπογραμματεία, ἡ, das Amt des ὑπογραμματεύς, Plut. X oratt. 6 g.E.