ὑπογραπτέον
ὑπογραπτέον, one must sketch out
ὑπογραπτέον,
- one must sketch out, συντόμως Phld. Oec. p.38 J., cf. Str. 13.4.12.
ὑπογραπτέον, vb. de ὑπογράφω, Str. 629.