ὑποδενδρυάζω
ὑποδενδρυάζω,
- = ὑποδῦναί που καὶ πτῆξαι ὑπὸ σκέπην, Phot., Suid.; but = τὸ ἐξ ἀφανοῦς καὶ αἰφνιδίως ἐπιφαίνεσθαι, Hsch.:—cf. ὑποδελεάζω.
ὑποδενδρυάζω, sich furchtsam unter Bäumen verkriechen oder plötzlich hinter Bäumen hervorkommen, VLL.