ὑποδειγματικός
ὑποδειγματικός, by way of example
ὑποδειγ-μᾰτικός, ή, όν,
- by way of example, διδασκαλία S.E. M. 4.23. Adv. -κῶς ib. 1.154, 4.3.
ὑποδειγματικός, ή, όν [ᾰ] qui se fait au moyen d’exemples, Sext. M. 4, 23.
Étym. ὑπόδειγμα.
ὑποδειγματικός, beispielsweise ; διδασκαλία S.Emp. adv. arithm. 23, u. oft adv., z.B. ποιεῖσθαι τὴν ὑφήγησιν adv.eth. 47 ; ὑποδειγματικώτερον 68.