ὑποδεκτήριον
ὑποδεκ-τήριον, τό,
- v.l. for ὑποδυτήριον in Str. 14.5.6.
ὑποδεκτήριον, ου (τὸ) réceptacle, Str. 671.
Étym. ὑποδέχομαι.
ὑποδεκτήριον, τό, Zufluchtsort, Strab. XIV.v.l. ὑποδυτήριον.