ὑποδυσχεραίνω
ὑποδυσχεραίνω,
- = ὑποδυσφορέω, Plu. QConv. 2.711c, Aristid. Or. 50(26).62, 51(27).65.
ὑπο·δυσχεραίνω, être un peu mécontent ou fâché, Plut. M. 711d.
ὑποδυσχεραίνω, = ὑποδυσφορέω, Plut. Symp. 7.8.2.