ὑποδυτήριον
ὑποδυτήριον, coves
ὑποδῠτ-ήριον, τό, (ὑποδύω) in pl.,
- coves, places for ships to run into, Str. 14.5.6 (v.l. ὑποδεκτηρίων).
ὑποδυτήριον, coves